MotorBike.gr

MV AGUSTA 600 1966: Η πρώτη 4κύλινδρη σε σειρά παραγωγής!

29/10/2021

Όταν οι Ιταλοί τα έκαναν όλα λάθος!

Λανθασμένα αναφέρεται πολύ συχνά ότι η πρώτη μοτοσυκλέτα με τετρακύλινδρο κινητήρα σε σειρά (στρόφαλος στον εγκάρσιο άξονα) ήταν η Honda CB750 του 1969, αφού ελάχιστοι γνωρίζουν πως μια ιταλική εταιρία είχε προλάβει τους Ιάπωνες κατά τρία χρόνια… με την παρουσίαση της MV Agusta 600GT. Κείμενο: Βασίλης Αντζουλάτος

Nα το ξεκαθαρίσουμε: η 600άρα της Agusta δεν ήταν η πρώτη μοτοσυκλέτα με τετρακύλινδρο σε σειρά στον κόσμο. Η MV Agusta 600GT ήταν η πρώτη με τετρακύλινδρο σε σειρά με τον στρόφαλο στον εγκάρσιο άξονα της μοτοσυκλέτας, μιας και η πρώτη μοτοσυκλέτα παραγωγής με τετρακύλινδρο σε σειρά (με στρόφαλο στο διαμήκη άξονα) είχε εμφανιστεί το 1905 από τη βελγική FN.

H MV Agusta 600GT θεωρείται – δικαίως θα λέγαμε – μια από τις ασχημότερες μοτοσυκλέτες που έχουν φτιαχτεί ποτέ, κυρίως λόγω του “τετράγωνου” ντεπόζιτου και του “ορθογώνιου” προβολέα της που έμοιαζε να προέρχεται από αυτοκίνητο. Η Harley-Davidson με το πρόσφατο Pan America 1250, μπορεί από κει να εμπνεύστηκε την Αgusta 55 χρόνια μετά, ποιος ξέρει;

 

Επί του συγκεκριμένου θέματος, των τετρακύλινδρων σε σειρά, θα πρέπει να επαναφέρουμε την τάξη. Τα εύσημα πρέπει να πιστωθούν στην Gilera, η οποία χρησιμοποιούσε αυτή τη διάταξη από τo 1939, μέχρι τα τέλη του ’50 στις αγωνιστικές της μοτοσυκλέτες, κι όταν αποσύρθηκε, το 1957, τη σκυτάλη πήρε η MV Agusta, η οποία σάρωσε τα Παγκόσμια Πρωταθλήματα Ταχύτητας.

Παρότι η MV Agusta ήταν η απόλυτη κυρίαρχος στη μεγάλη κατηγορία των 500 κυβικών, δεν είχε προχωρήσει στην παρουσίαση μιας μοτοσυκλέτας παραγωγής μεσαίου ή μεγάλου κυβισμού, αρκούμενη στα “λαϊκά”, καθημερινά δίτροχα.

Φανταστείτε μια εποχή που η μεγαλύτερη μοτοσυκλέτα που έβγαινε από την Ιαπωνία στα μέσα της δεκαετίας του ’60 είχε μόλις 450 κυβικά, ήταν η Honda CB 450 (ή Βlack Bomber) και ήταν μόλις δικύλινδρη.

Την ίδια στιγμή στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ταχύτητας τα τετρακύλινδρα, πολυβάλβιδα δίνουν και παίρνουν  – και από την Honda, αλλά κυρίως την MV Agusta, που κατακτά τους τίτλους των 350 και 500 σερί.

Η Honda εκείνη την εποχή είχε στα χέρια της μια “μεγάλη” μοτοσυκλέτα (CB 450) έτσι ώστε να εισπράξει εν μέρει την επένδυσή της στους αγώνες, σε αντίθεση με την MV Agusta που εκείνο τον καιρό παρήγαγε τα μικρού κυβισμού Pullman, Turismo Rapido κ.λπ., άντε ένα μονοκύλινδρο τετράχρονο 250, κι ένα δικύλινδρο 300 και διάφορα επαγγελματικά τρίκυκλα (φουρκόνια).

 

 

H ανακοίνωση του εργοστασίου στο Gallarate της Βόρειας Ιταλίας ότι θα παρουσίαζε μια μοτοσυκλέτα 600 κυβικών και μάλιστα τετρακύλινδρη σε σειρά με δύο εκκεντροφόρους επικεφαλής, ακούστηκε αρχικά σαν την πραγματοποίηση ονείρων παθιασμένων μοτοσυκλετιστών – που λαχταρούσαν επί δεκαετίες μια ικανή σπορ MV Agusta παραγωγής.

Και όταν η 600 GT παρουσιάστηκε στην αγορά, η εμφάνισή της σοκάρισε τους παραπάνω ονειροπόλους (σύντομα απέκτησε το ψευδώνυμο “μαύρο γουρούνι”!), αφού η μοτοσυκλέτα έμοιαζε να προέρχεται – εκτός του πανέμορφου κινητήρα – από χώρα του τότε Ανατολικού Μπλοκ: τετραγωνισμένη και ανέμπνευστη όσο δεν έπαιρνε, ενώ το τελικό χτύπημα δινόταν από την υψηλή τιμή αγοράς, αλλά κυρίως από την ύπαρξη του διαφορικού στην τελική μετάδοση.

Ο ιδιοκτήτης της εταιρίας, ο εκκεντρικός κόμης Domenico Agusta επέμεινε σε δύο θέματα, πρώτα στον κυβισμό που ήταν “περίεργος” στα 600cc, αφού δεν έμπαινε σε καμία αγωνιστική κατηγορία, και δεύτερον στο θέμα του άξονα της τελικής μετάδοσης, έτσι ώστε να μην υπάρξει η παραμικρή προσπάθεια να απειληθεί η παντοδυναμία της MV Agusta στα Grand Prix.

Υποθετικά αυτό θα μπορούσε να συμβεί από κάποια ιδιωτική ομάδα, που θα αποκτούσε το μοντέλο παραγωγής, θα βελτίωνε το τετρακύλινδρο διαμάντι της MV και θα γινόταν αντίπαλος μέσα στις πίστες .

H εμπορική αποτυχία τής – κατά 4 φορές ακριβότερης από μια ευρωπαϊκή ή γιαπωνέζικη μοτοσυκλέτα – 600 GT ήταν προδιαγεγραμμένη και έπρεπε να περάσουν τέσσερα ακόμα χρόνια (1970) μέχρι να αποφασίσουν στην MV να παρουσιάσουν μια αξιόλογη σπορ κατασκευή, την 750 Sport.

Ακόμα και η 750 ήταν βαριά, πάνω από 250 κιλά γεμάτη και σχετικά δύσκολη στην οδήγηση, όπως επίσης κι όχι τόσο γρήγορη όσο υποσχόταν το εργοστάσιο στους 69 hp. Η 750 ήταν η εξέλιξη της 600, και διατηρούσε πολλά κοινά με αυτήν χαρακτηριστικά.

Η 600 χρησιμοποιούσε έναν αερόψυκτο τετρακύλινδρο κινητήρα, με τον κάθε κύλινδρο ξεχωριστά, ενώ κοινό ήταν το καπάκι της κεφαλής με τις 8 βαλβίδες και τους δύο εκκεντροφόρους επικεφαλής.

Οι κύλινδροι έγερναν κατά 20 μοίρες προς τα εμπρός, η τροφοδοσία γινόταν από τέσσερα DellOrtο διαμέτρου 24mm.

Η απόδοση του κινητήρα έφτανε τους 50-52hp στις 8.200rpm και αν κάποιος ξάπλωνε πάνω στο ρεζερβουάρ της 600 θα μπορούσε ίσα-ίσα να αγγίξει τα 160 km/h, αφού η ζυγαριά έδειχνε.. παραπάνω από 250 κιλά!

Η «καλύτερη ιταλική μοτοσυκλέτα όλων των εποχών», όπως χαρακτηρίστηκε πριν τη δοκιμή από τον ιταλικό ειδικό Τύπο ήταν ίσως η «μεγαλύτερη πατάτα των τελευταίων ετών», με την υπερβολική της τιμή εκτός των άλλων να περιορίζει τις πωλήσεις από το 1966 μέχρι το 1971 (χρονιά που πέθανε από καρδιακή προσβολή ο Domenico Agusta) στα 127 μόλις κομμάτια… παγκοσμίως.

Στην προκειμένη περίπτωση, η απρόσιτη, σπάνια 600 δεν έγινε διόλου επιθυμητή για τους λάτρεις των ιταλικών μοτοσυκλετών ή της MV Agusta, όπως κάποιος θα περίμενε, αλλά παρέμεινε στην αφάνεια, συνεπικουρούμενης και της παρουσίασης της κομβικής τετρακύλινδρης Honda CB 750 το 1969, η οποία με την απόδοσή της, τις τεχνικές καινοτομίες της και την αξιοπιστία της επισκίασε οποιοδήποτε άλλο δίτροχο της εποχής.

Μπορεί ο τετρακύλινδρος κινητήρας με δύο εκκεντροφόρους επικεφαλής της 600 να ήταν χειροποίητος, με τις ατέλειες στα χυτά να φαίνονται συμπαθητικές, όμως η προχειρότητα σε όλα τα υπόλοιπα εξαρτήματα έβγαζε μάτι, όπως εξ’ άλλου και το φινίρισμα που θύμιζε κακό, φτηνό ιταλικό μοτοποδήλατο.

Το χρωμιομένο ογκώδες ρεζερβουάρ διέθετε κάποιες καμπύλες, αλλά δυστυχώς φούσκωνε προς τα πάνω, δημιουργώντας μια άκομψη καμπούρα, ενώ το μαύρο χρώμα κάθε άλλο παρά θύμιζε τις κατακόκκινες βολίδες της Agusta στο Παγκόσμιο πρωτάθλημα.

Το αυτοκόλλητο με τα πάμπολλα αστεράκια που υπενθύμιζαν τους παγκόσμιους τίτλους της MV Agusta (10 στα 500, 4 στα 250 και άλλοι τόσοι στα 350 μέχρι το ’66) πρόσδιδε την απαιτούμενη αγωνιστική αίγλη.

Αντίθετα τα μεγάλα «βαθιά» φτερά, το καλυμμένο πιρούνι, ο κακόγουστος ογκώδης προβολέας και τα ανεκδιήγητα μεταλλικά «βαλιτσάκια» στο πίσω μέρος έκαναν τόσο κακή εντύπωση, που σχεδόν “ακύρωναν” τις αγωνιστικές επιτυχίες1

Αν η μοτοσυκλέτα είχε παρουσιαστεί από την Moto Guzzi για χρήση τουρισμού δεν θα υπήρχε κανένα θέμα, το πρόβλημα γεννιόταν από τη στιγμή που η 600 φορούσε το έμβλημα της MV Agusta… Η μοτοσυκλέτα είχε πεντάρι σασμάν, με το λεβιέ ταχυτήτων στη δεξιά μεριά, με το πίσω φρένο στα αριστερά, όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή.

Αυτή ήταν η πρωτότυπη τετρακύλινδρη 500 που εμφανίστηκε το 1951

Το αρχικό πρωτότυπο μιας τετρακύλινδρης MV για παραγωγή είχε εμφανιστεί ήδη από το ’50, με τον κόμη Agusta να διστάζει να περάσει στην παραγωγή μια τόσο εξελιγμένη μοτοσυκλέτα, η οποία εμφανίστηκε φορώντας μια πολύ διακριτική εμφάνιση, ενώ σε κάποια φάση εθεάθη με ένα αποκρουστικό τετράγωνο καβούκι στο τιμόνι, με δύο στρογγυλούς προβολείς.

Η μοτοσυκλέτα ονομαζόταν MV Agusta Quattro Grand Turismo R19 με 500 cc. Ο τετρακύλινδρος κινητήρας που έμοιαζε πολύ με αυτόν της Gilera που είχε λάμψει στο παγκόσμιο των 500 κερδίζοντας πέντε τίτλους από το ’52 μέχρι και το ’57, αφού είχε σχεδιαστεί από τον ίδιο άνθρωπο, τον αρχιμηχανικό Pietro Remor.

Η MV Agusta 600 GT χρειάστηκε άλλα 15 χρόνια μέχρι να βγει στην παραγωγή, φέρνοντας ακόμα μια καινοτομία για μοτοσυκλέτα παραγωγής: τα δύο δισκόφρενα (μηχανικά – με συρματόσχοινα) της Campagnolo διαμέτρου 216mm, στον μπροστινό τροχό.

Τελικά, η ιστορία μας έμαθε ότι ήταν μεγάλο κρίμα που παρουσιάστηκε μια τέτοια μοτοσυκλέτα με ένα τόσο τιμημένο έμβλημα στο ρεζερβουάρ, ειδικά όταν η MV Agusta συνδεόταν και συνδέεται με μοτοσυκλέτες εμποτισμένες βαθύτατα από αυθεντικό, ιταλιάνικο σπορ πάθος.

Μια εταιρία που από το 1952 μέχρι το 1973 είχε κερδίσει 37 παγκόσμιους τίτλους ! (κατασκευαστών και αναβατών, εκ των οποίων οι 16 στα 500cc μέσα σε διάστημα 18 ετών).

Τελικά η λήθη πολύ ορθά επιβλήθηκε πάνω στην 600, υποβιβάζοντάς την, αν όχι στην ασημαντότητα, σε ένα μοντέλο που θα μπορούσε να μην έχει εμφανιστεί ποτέ.

Σας άρεσε το άρθρο; Κοινοποιήστε!